Κυριακή 5 Ιουνίου 2016

Η Λι Τσι σκοτώνει το φίδι (μια τυχοδιώκτρια από την Κίνα)


Στην αρχαία πολιτεία της Γιουέ, στην πόλη Φουκιέν, που βρισκόταν πάνω στην ψηλή οροσειρά Γιούνγκ της Κίνας, οι κορυφές της οποίας  χάνονται ψηλά στον ουρανό, εκεί λοιπόν υπάρχει μέχρι σήμερα, βορειοδυτικά στο βουνό, μια σπηλιά. Για τη σπηλιά αυτή υπάρχει ένας θρύλος για ένα τολμηρό και όμορφο κορίτσι.
Κατοικούσε μέσα εκεί ένα φίδι, ίσαμε ογδόντα πήχες μακρύ και πλάτος όσο ενωμένα τα χέρια δέκα ανδρών.  Τρομοκρατούσε συνέχεια τους κατοίκους της περιοχής και σκότωνε τους διοικητές που στέλνονταν από την πρωτεύουσα και πολλούς δικαστές και αξιωματούχους από όλες τις πόλεις της περιοχής.
Οι αξιωματούχοι, συνέχεια, προσέφεραν πρόβατα και βόδια στο τέρας, για να το κατευνάσουν, αλλά το τέρας συνέχιζε να γίνεται όλο και πιο κακό. Τότε, ήρθε ένας νέος διοικητής στην πόλη και κάλεσε σε συμβούλιο τους αξιωματούχους και τους δικαστές της πολιτείας. Οι επίσημοι με τρόμο του περιέγραψαν το μαρτύριο τους και την τύχη που περίμενε τον ίδιο το διοικητή. Αυτός ήταν σοφός και σεβάσμιος άνθρωπος, τους πρότεινε λοιπόν να πάνε σ' έναν σαμάνο, ο οποίος μιλά με τα πνεύματα και να τον συμβουλευθούν τι να κάνουν. Αυτό έκαναν. 
Ο σαμάνος έκανε μια ειδική τελετή και τους ύπνωσε όλους. Επικαλέστηκε τα πνεύματα να δείξουν στα όνειρα τους σημάδια, ώστε να πάρουν τη σωστή απόφαση. Το άλλο πρωί τους ξύπνησε. Τους ρώτησε τι όνειρα είχαν δει και αυτοί του είπαν. Ο σαμάνος κατάλαβε τις επιθυμίες του φιδιού. Ένιωθε μοναξιά και ήθελε μία κοπέλα δώδεκα χρονών ως θαλαμηπόλο, για να το υπηρετεί. Τους είπε, όμως, ότι τα σημάδια έδειχναν ότι το φίδι πάνω στο μεγάλο φαγοπότι θα μπέρδευε τα τρόφιμα με το κορίτσι και θα το έτρωγε ζωντανό στη πανσέληνο του όγδοου μήνα κάθε έτους. Αυτοί τότε έπρεπε να έχουν ένα άλλο δωδεκάχρονο κορίτσι στην είσοδο της σπηλιάς, για να το πάρει το φίδι.
Ανίσχυροι, ο διοικητής και οι ακόλουθοί του έκαναν συμβούλιο τι να κάνουν. Ποιο κορίτσι να επιλέξουν; Σκληρή η μοίρα της πολιτείας. Οι αξιωματούχοι είπαν ότι με πόνο θα έδιναν την κόρη κάποιου υπηρέτη τους, που θα γινόταν κι αυτό υπηρέτρια, με επακόλουθο να μειωνόταν το βιος τους, αλλά τι να κάνουν; Οι δικαστές είπαν ότι θα μπορούσαν να δώσουν την κόρη κάποιου φοβερού εγκληματία, που η κόρη του θα ήξερε όλα τα κόλπα του πατέρα της να κλέβει και να ασχημονεί, οπότε θα προστάτευαν και το βιος των φτωχών υπηκόων. 
Για εννέα χρόνια είχαν ένα κορίτσι έτοιμο, μετά την πανσέληνο του όγδοου μήνα κάθε έτους, στην είσοδο της σπηλιάς. Το φίδι έβγαινε, κουλουριαζόταν γύρω από το κορίτσι και το έπαιρνε στο βάθος της σπηλιάς. Μετά δεν το ξαναέβλεπαν. Μέσα σ' αυτά τα εννέα χρόνια, όμως, η κοινωνία είχε αλλάξει πολύ. Κανείς δεν έκλεβε και δεν ασχημονούσε, δεν υπήρχαν πλέον εγκληματίες. Και οι υπηρέτες γεννούσαν μόνο αγόρια. Η πολιτεία Γιουέ έμοιαζε να είναι ιδανική.
Η πανσέληνος του όγδοου μήνα του δέκατου έτους, από τότε που τηρόταν αυτό το φοβερό έθιμο, έφθανε σε λίγες μέρες και οι αξιωματούχοι δεν είχαν κανένα υποψήφιο κορίτσι. Τι να κάνουν; Πηγαίνουν στο διοικητή και του εξηγούν την κατάσταση. Καλούν και τους δικαστές σε συμβούλιο. Τότε παίρνουν νέα απόφαση. Να ενημερώσουν το λαό πως αν υπήρχε κάποιος φτωχός που θα θυσίαζε μία κόρη του για το καλό της πολιτείας, θα τον γέμιζαν με χρυσάφι και τιμές. Το συμβούλιο έπρεπε να σώσει την πολιτεία, αλλά δεν θα έπαιρναν κανένα κρίμα πάνω τους. 
Εκεί κοντά, στην εξοχή της Τσιανγκ Λο, υπήρχε ένας φτωχός άνθρωπος ο Λι Ταν, είχε έξι κόρες αλλά ούτε ένα γιο. Η Τσι ήταν η μικρότερη και ομορφότερη κόρη του και μόλις είχε κλείσει τα δώδεκα. Άκουσε για το κάλεσμα της μοιραίας εθελόντριας και ήθελε να ανταποκριθεί. Οι γονείς της αρνήθηκαν να της το επιτρέψουν και τότε η γενναία κοπέλα τους απάντησε: 

-Αγαπημένοι γονείς, κανείς άνθρωπος δεν πρέπει να εξαρτάται από το γεγονός ότι έφερε στον κόσμο έξι κόρες και ούτε ένα γιο, ενώ θα θεωρείτο τυχερός, αν ήταν άτεκνος. Εγώ ποτέ δε θα μπορούσα να συγκριθώ με την Τι Τζουνγκ, της δυναστείας των Χαν, η οποία προσέφερε τον εαυτό της να γίνει σκλάβα του αυτοκράτορα σε αντάλλαγμα τη ζωή του πατέρα της. Δεν μπορώ να αναλάβω τη φροντίδα σας όταν γεράσετε, εξαιτίας της φτώχειας μας. Εγώ μόνο ξοδεύω τα αγαθά και τα ρούχα σας. Επειδή εγώ δεν είμαι χρήσιμη ζωντανή, γιατί να μην μπορώ να δώσω τη ζωή μου λίγο νωρίτερα. Γιατί να είναι λάθος με την προσφορά μου, να κερδίσετε κάποια χρήματα για τα γηρατειά σας;

Αλλά ο πατέρας και η μητέρα της την αγαπούσαν πάρα πολύ για να συναινέσουν, έτσι αυτή πήγε στην πολιτεία στα κρυφά.
Παρουσιάστηκε μπροστά στον διοικητή ως εθελόντρια και του είπε πως πήρε μόνη της την απόφαση, αλλά μετά την παράδοση της στο φίδι, οι γονείς της θα έπαιρναν τα προκαθορισμένα χρήματα. Ο διοικητής την ρώτησε αν είχε ακόμη μία επιθυμία και αυτή του ζήτησε ένα κοφτερό σπαθί και ένα κυνηγόσκυλο
Την ημέρα της πανσελήνου του όγδοου μήνα κάθισε στο ναό κρατώντας το σπαθί και το σκυλί της.
Την άλλη μέρα πήρε μαζί της αρκετές μπάλες ρυζιού εμποτισμένες με σιρόπι βύνης και τις τοποθέτησε στο στόμιο της σπηλιάς του φιδιού.
Το φίδι εμφανίστηκε. Το κεφάλι του ήταν μεγάλο σαν βαρέλι ρυζιού, τα μάτια του ήταν σαν καθρέφτες και δύο πήχες μεγάλα. Μυρίζοντας το άρωμα από τις μπάλες ρυζιού, άνοιξε το στόμα να τις φάει. Η Λι Τσι περίμενε τη στιγμή, εξαπέλυσε το κηνυγόσκυλο, το οποίο άρχισε να επιτίθεται και να δυσκολεύει το φίδι. Η Λι Τσι ήρθε πίσω από το φίδι και το χτύπησε με το σπαθί, του έκανε βαθιές και μεγάλες πληγές. Ήταν τόσο σοβαρά τα τραύματα, που το φίδι πήδηξε στο κενό του γκρεμού και πέθανε.
Η Λι Τσι μπήκε μέσα στη φωλιά του φιδιού. Είδε τα κρανία των εννέα κοριτσιών να κρέμονται από την οροφή της σπηλιάς. Αναστέναξε από την λύπη της για τα αδικοχαμένα κορίτσια. Έφερε έξω τα κρανία, τα απέθεσε μπροστά στα πόδια του διοικητή και των ακολούθων του. Θυμωμένη τους φώναξε:

-Για τη δειλία σας το φίδι κατέτρωγε τα κορίτσια. Πόσο θλιβερό!

Αδιάφορη για την αμοιβή τράβηξε για το σπίτι της.
Ο βασιλιάς της Γιουέ άκουσε για το κατόρθωμα της Λι Τσι και ήρθε στην περιοχή να την επισκεφθεί.  Τη συνάντησε στο σπίτι της. Εντυπωσιάστηκε  από την περηφάνια και την ομορφιά της. Την παντρεύτηκε και την έκανε βασίλισσά του. Διόρισε τον πατέρα της ανακριτή της πόλης Chiango Lo και έδωσε πολλά πλούτη στη μητέρα και τις μεγαλύτερες αδελφές της. Από εκείνη την εποχή και μετά η περιοχή είναι απαλλαγμένη από τέρατα. Μέχρι σήμερα ακούγουνται τραγούδια στις γιορτές με το όνομα της Λι Τσι.

Μετάφραση Eleni

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

Νυχτανθοί και Ξωθιές



Εφτά καβαλάρηδες, εφτά αδέλφια έφτασαν μεσάνυχτα στο ψηλογέφυρο, το μεγάλο γεφύρι με τα πλατάνια που ένωνε το πέτρινο χωριό με την πόλη.  Είχαν τυλίξει με πανιά στις οπλές των αλόγων,  για να μην ακούγονται και τρομάξουν οι ξωθιές και φύγουν. Δεν ήξεραν ότι οι ξωθιές ακούν και βλέπουν με την ψυχή τους.
Ξεπέζεψαν σα σκιές και κύκλωσαν το γεφύρι. Ήταν αποφασισμένοι πως εκείνο το βράδυ θα τέλειωνε η ιστορία, με το τέλος που εκείνοι επιθυμούσαν. Αλλιώς ας μην τους λόγιαζαν για άντρες πια. Ώρα δώδεκα βγήκαν οι ξωθιές και στήσαν χορό, ανέμελο, ονειρεμένο. Ο καλύτερος από τους καβαλάρηδες, ο Αλέξανδρος, ήταν μαγεμένος με την ομορφιά μιας ξωθιάς. Ακροβολίστικαν, λοιπόν και κοίταζαν κρυμμένοι πίσω από τις καλαμιές και τα βούρλα της όχθης. Οι ξωθιές ανέμιζαν τα μαντήλια τους και λικνίζονταν, σπαρταρούσαν στον απόκοσμο χορό τους, στη μουσική του αιθέρα. Ήταν στολισμένες με νυχτανθούς και φορούσαν πέπλα αραχνοκεντημένα και νυχτοϋφασμένα, διάφανα που ʾδείχναν το κορμί τους όπως ήταν, το φώτιζαν στο σκοτάδι, χωρίς να έχουν ντροπή να το κρύψουν. Να τρελαίνονται οι άμυαλοι θνητοί που θα τολμήσουν να κοιτάξουν πλάσματα αιθέρια, αλλόκοτα, θεϊκά. Οι γέροντες που ήξεραν, τους προειδοποίησαν να πάρουν τις απαραίτητες προφυλάξεις:
«Να έχετε μαζί σας ένα μυριστικό χορτάρι, το χαμορίγανο, μαζεμένο το μήνα θεριστή ή τον αγιασμό της εκκλησίας που σε κάνει άτρωτο από τις ξωθιές. Μα το πιο δυνατό είναι η αγάπη. Να σ ʾ αγαπάει η ξωθιά και να μην μπορεί να σου κάνει κακό, μόνο να σε τρελάνει. Ή να την αγαπάς εσύ, οπότε είσαι τρελός έτσι κι αλλιώς και δε φοβάσαι.»
Μύριζαν νυχτολούλουδο τα κορμιά τους και τους μεθούσαν.
Η Διαμαντώ η ομορφότερη από τις ξωθιές, ήταν και  κείνη ερωτευμένη με τον Αλέξανδρο. Τον έβλεπε που την παραφύλαγε στο χορό τις νύχτες. Δεν έλειψε ούτε μία νύχτα αυτό το μήνα. Κάθε φορά, όταν η κουκουβάγια σήμαινε μεσάνυχτα, έβγαινε από την κρυψώνα του και την πλησίαζε. Εκείνη, άνεμος, χανόταν από την αγκαλιά του.  Προσπαθούσε να της μιλήσει˙  από το στόμα του έβγαιναν άναρθρες κραυγές, μουγκανητά. Εκείνο το βράδυ η ξωθιά το είχε αποφασισμένο. Θα άφηνε το μαντήλι της στην άκρη, να το πάρει ο Αλέξανδρος. Τότε θα ήταν για πάντα δική του. Δε θα μπορούσε να του ξεφύγει. Και η νεράιδα του ψηλογέφυρου το είχε αποφασισμένο πως αυτό θα ήταν το γραμμένο της. Ήξερε πως τα ξημερώματα έφευγε μαζί με τʾ αδέλφια του για τον πόλεμο.
«Η τώρα ή ποτέ» είπε στη μάνα της.
«Ποτέ κόρη μου» διέταξε εκείνη.
«Τώρα» αποφάσισε εκείνη. Και όταν αποφασίζουν οι ερωτευμένες κόρες δεν οπισθοχωρούν.
«Ο δρόμος που τραβάς κόρη μου δεν έχει γυρισμό»
Της έδωκε την ευχή της. Ήξερε πως δεν μπορείς να μεταπείσεις μία ερωτευμένη κοπέλα. Είναι σα να προσπαθήσεις να σταματήσεις  ένα χείμαρρο με το σώμα σου. Σε παρασέρνει και χάνεσαι.
«Απʾ αυτή τη στιγμή θα έχεις τρεις ευκαιρίες να γυρίσεις. Μη χάσεις την τελευταία.» Γνωρίζοντας πως η κόρη της την άκουγε με κλειστά αυτιά.
Εκείνη τη νύχτα, μόλις οι ξωθιές αντιλήφθηκαν τους επισκέπτες, σταμάτησαν το χορό και παραμέρισαν, να βγει μόνη της η Διαμαντώ να χορέψει κάτω από το γεφύρι. Μπροστά στα μάτια του αγαπημένου της. Χόρευε και η τελευταία ίνα του κορμιού της. Τα νυχτοπούλια και τʾ αγρίμια λούφαξαν γροικώντας  το αλλόκοτο. Ο αέρας σίγησε μουδιασμένος. Ήταν ο χορός ο δικός της και ο χορός του αγαπημένου της. Μια φορά στα χίλια χρόνια τυχαίνει ξωθιά να θέλει από μόνη της να περάσει στην αντιπέρα όχθη. Να γίνει άνθρωπος.  Μαζεύονται όλες οι ξωθιές να δουν με κομμένη την ανάσα το θαύμα. Άφησε και ο Θεός ένα από τα μάτια του να ξεστρατίσει κατά εκεί να δει το χορό του αποχαιρετισμού της παλιάς ζωής και του καλωρίσματος της καινούριας. Είδε το σπόρο της αγάπης που έκρυψε στις ψυχές, όταν τις δημιούργησε, να καρποφορεί. Ο Αλέξανδρος είδε πως το μαντίλι δεν το ανέμιζε όπως συνήθως. Απόψε χόρευε μόνο γιʾ αυτόν.  Βγήκε από την κρυψώνα του, πήρε το μαντίλι και άρχισε να χορεύει μαζί της. Τέτοιο χορό, ορκίζονταν οι ξωθιές, πως δεν είχαν δει στην πολύχρονη ζωή τους.
«Τούτος ο χορευτής, δεν μπορεί να είναι άνθρωπος» είπαν και έσκασαν από τη ζήλεια τους.
Η Διαμαντώ και ο Αλέξανδρος κοίταζαν βαθειά ο ένας τα μάτια του άλλου. Ύστερα αγκαλιάστηκαν. Ο Αλέξανδρος δεν έπιασε αέρα στα χέρια του αλλά κορμί. Κορμί που σπαρταρούσε και του παραδινόταν.
«Πώς σε λένε;»
«Διαμαντώ. Εσένα;»
«Αλέξανδρο»
«Σʾ αγαπώ, Αλέξανδρε»
«Σʾ αγαπώ, Διαμαντώ»
Η πρωτοξωθιά διέταξε τον άνεμο να φυσίξει ούριος, να μαδήσει τα πλατανόφυλλα και να σκεπάσει το ζευγάρι. Ο Θεός τράβηξε το μάτι του να μη σκανδαλισθεί. Ενώθηκαν για πρώτη και για στερνή φορά.
«Δώσε μου το μαντήλι μου» είπε η Διαμαντώ.
Εκείνος το κράταγε στο χέρι του, το ακουμπούσε στο μάγουλο του και το άρωμα του νυχτανθού τον μεθούσε.
«Αν στο δώσω, θα φύγεις» παραπονέθηκε.
«Ναι θα φύγω» είπε η Διαμαντώ κοιτάζοντας τον στα μάτια.
Εκείνος τη φίλησε στο μέτωπο, της χάιδεψε τα μαλλιά και βάζοντας το μαντίλι στη χούφτα της την έκλεισε με τα χέρια του.
«Πάρʾ το» της είπε.
Εκείνη το πήρε, τό ʾφερε στα χείλη της, το φίλησε και μετά το ʾδεσε στο λαιμό του.
«Να σε φυλάει στον πόλεμο» του είπε και χώθηκε στην αγκαλιά του.
Μέσα της άκουγε τη φωνή της μάνας της. Χάθηκε η πρώτη ευκαιρία.
Το χάραμα χάθηκαν οι άλλες ξωθιές, ανέμισαν τα μαντήλια πάνω από το κεφάλι τους και εξαφανίσθηκαν.
Την πήρε, την ανέβασε πάνω στη φοράδα του και μαζί με τʾ αδέλφια του, πήγαν τη νύφη στο σπίτι τους.
«Είναι η νύφη σου. Να την προσέχεις.» είπε στη γριά μάνα του.
«Να με περιμένεις, να γυρίσω απʾ τον πόλεμο. Πάρε το μαντήλι σου, μην τύχει και δεν γυρίσω».
Και κείνη αποκρίθηκε κλαίγοντας
«Όχι  κράτα το. Θα γυρίσεις και εγώ θα σε περιμένω».
Χάθηκε και η δεύτερη ευκαιρία της.
Τον κοίταζε μέχρι που οι φιγούρες τους χάθηκαν στον ορίζοντα.
Κανένα από τʾ αδέλφια δε θα γύριζε, το ʾξερε η Διαμαντώ. Οι ξωθιές το ξέρουν το γραμμένο, το ψυχανεμίζονται, αλλά δεν μπορούν να το εμποδίσουν.
Σε εννέα μήνες γέννησε μια πεντάμορφη, με όλη τη γλύκα τη δικιά της και όλη την ομορφιά του πατέρα της. Έσφιγγε η Διαμαντώ το μικρό κοριτσάκι στην αγκαλιά της και ένιωθε τον άντρα της κοντά της. Ένιωθε ευτυχισμένη η Διαμαντώ, ώσπου ήρθε το γράμμα «Ο σύζυγος σας έπεσε μαχόμενος υπέρ πατρίδος…». Κι ένας άλλος φάκελος κλεισμένος στον πρώτο
έγραφε απʾ όξω «Να παραδοθεί στη γυναίκα μου σε περίπτωση θανάτου μου» και μέσα είχε το μαντήλι της. «Φύγε» της έγραφε «Πήγαινε να ζήσεις τη δική σου ζωή και εγώ θα έρχομαι αέρας τις νύχτες και θα ανταμώνουμε κάτω από το γεφύρι.»
Πήρε το μαντήλι και το ʾρηξε στη φωτιά. Σείστηκε συθέμελα το χωριό από τη σφοδρή βοή της δύναμης που χάθηκε. Μαζί χάθηκε και η τρίτη ευκαιρία. Βγήκε στο πέτρινο μπαλκόνι και με τα μάτια φλόγινα, κοίταξε πίσω από τα βουνά τρυπώντας τα με το βλέμμα της και φώναξε
«Θα σε περιμένω να έρχεσαι, αέρας, στο σπίτι σου. Να δροσίζεις την πυρακτωμένη από την απουσία σου κλίνη μου. Να βλέπεις την κόρη μας να μεγαλώνει.» είπε και τα μάτια της ξεραμένα από τη φωτιά δεν μπορούσαν να δακρύσουν να απαλύνουν τον πόνο της.
Από εκείνη τη μέρα η Διαμαντώ, μένει ώρες αποκαμωμένη να κοιτάζει την Ανατολή. Έτσι γίνεται και κάθε σούρωπο που έρχεται στο γεφύρι που πρωτογνωριστήκανε, εκεί που έδωσαν το πρώτο τους φιλί. Κάθεται στην πελεκητή πέτρα και όταν πέσει και η τελευταία ακτίνα ήλιου αφήνει το βλέμμα της να χιμήξει χείμαρρος κατά την Ανατολή. Η ψυχή της ταξιδεύει μέχρι το μνήμα του άπιστου που οι σημερινοί αφεντάδες δεν τολμούν πια να το πειράξουν. Στην αρχή έβγαλαν το ξύλινο σταυρό και τον κατέστρεψαν, για να το δουν την άλλη μέρα στητό με το σημαδιακό όνομα Αλέξανδρος να τους ανατριχιάζει. Το χώμα του πάντα φρεσκοσκαμμένο κι απάνου του αγκαλιά αγριολούλουδα να ευωδιάζουν. Παραφύλαξαν τα βράδια οι καλύτεροι να πιάσουν τον άπιστο που αψηφάει την τιμωρία και κάνει τρισάγιο στον τάφο. Ένα πέπλο φωτεινής ομίχλης τους σκέπασε τα μεσάνυχτα και μια μυρωδιά νυχτανθού τους μέθυσε. Και λίγο πριν ναρκωθούν, πρόλαβαν και είδαν χιλιάδες κόρες με αραχνοΰφαντα  λευκά πέπλα και σκεπασμένα κεφάλια να αφήνουν ένα λουλούδι στο μνήμα και ο σταυρός να σκεπάζεται μέχρι απάνου. Και ανάμεσα τους βγαίνει η πιο όμορφη αλλά μαυροντημένη, να χορεύει χορό ερωτικό και να δακρύζει. Τα δάκρυα της να ποτίζουν και νʾ αφρατεύουν το χώμα. Άφωνοι την άλλη μέρα οι άπιστοι προσπάθησαν να περιγράψουν με νοήματα τι είδαν αλλά η Παναγιά τους απαγόρεψε να πουν.
Από τότε οι νέες αφήνουν ένα λουλούδι στον τάφο του Αη γκιαβούρη, του προστάτη των ερωτευμένων κοριτσιών. Ψάχνουν στις πέτρες του μνήματος να βρουν τα μηνύματα που αφήνουν οι νέοι, ελπίζοντας πως οι αγαπημένες τους θα τα βρουν και θα μάθουν τον πόθο τους. Τις παραφυλάνε να χορεύουν και αυτές πριν νυχτώσει και βγουν οι σκιές. Οι κοπέλες προσπαθούν να αγγίξουν το μαύρο πέπλο και όποια τα καταφέρει, κείνο το χρόνο θα παντρευτεί.
Ακούγονται ψίθυροι, γέλια και μουσικές
«Καλημέρα Αλέξανδρε» ψιθυρίζει η Διαμαντώ, μόλις πάρει να ξημερώσει
«Καλημέρα Νεράιδα μου» απαντά και χάνεται.
Είναι φορές που κάποιοι αλλαφροΐσκιωτοι βλέπουν νεράιδες να χορεύουν, ξαφνικά να παραμερίζουν και να σκίζεται η γη, να βγαίνει ένας πανώριος λεβέντης, να παίρνει την πιο όμορφη νεράιδα και να χορεύουν μέχρι την αυγή.

Έτσι γίνεται εκατό χρόνια τώρα.

Ζωγραφιές πάνω σε πέτρες

Ακόμη και αν νομίζετε  ότι το χέρι σας δεν «πιάνει» πινέλα ζωγραφικής, παρακάτω παρατίθενται μερικά παραδείγματα από απλές ζωγραφιστές πέτρες, που δεν είναι αριστουργήματα, αλλά θα κάνουν τους γύρω σας χαρούμενους και εσάς υπερήφανους!
Πάρτε ακρυλικά χρώματα και πινέλα και αρχίστε.










Βινεγκρέτ σιρόπι σφενδάμου




Ένα κλασικό αμερικάνικο dressing salad είναι ένα βινεγκρέτ που γίνεται με σιρόπι σφενδάμου και μουστάρδα Ντιζόν. Είναι υπέροχο για σαλάτες, ζυμαρικά, αλλά λειτουργεί και ως μια καλήμαρινάδα για κρεατικά.

Συστατικά
¼ φλιτζάνι έξτρα παρθένο ελαιόλαδο
2 κουταλάκια του γλυκού ξύδι βαλσάμικο (κατά προτίμηση λευκό)
1 κουταλάκι του γλυκού μουστάρδα Dijon
1 κουταλιά της σούπας σιρόπι σφενδάμου καθαρό
αλάτι και φρεσκοτριμμένο πιπέρι, για γεύση


Οδηγίες
Συνδυάστε όλα τα συστατικά σε ένα μπολ. Χτυπήστε ελαφρά με ένα σύρμα μέχρι να ενσωματωθούν.
Δοκιμάστε για καρυκεύματα, ώστε να προσαρμόσετε τη γεύση ανάλογα με το γούστο σας.
Τοποθετήστε το μείγμα σε ένα βάζο με καπάκι και βάλτε το στο ψυγείο για δύο εβδομάδες.

Μετά μπορείτε να τη χρησιμοποιήσετε στις σαλάτες.