Κυριακή 5 Ιουνίου 2016

Η Λι Τσι σκοτώνει το φίδι (μια τυχοδιώκτρια από την Κίνα)


Στην αρχαία πολιτεία της Γιουέ, στην πόλη Φουκιέν, που βρισκόταν πάνω στην ψηλή οροσειρά Γιούνγκ της Κίνας, οι κορυφές της οποίας  χάνονται ψηλά στον ουρανό, εκεί λοιπόν υπάρχει μέχρι σήμερα, βορειοδυτικά στο βουνό, μια σπηλιά. Για τη σπηλιά αυτή υπάρχει ένας θρύλος για ένα τολμηρό και όμορφο κορίτσι.
Κατοικούσε μέσα εκεί ένα φίδι, ίσαμε ογδόντα πήχες μακρύ και πλάτος όσο ενωμένα τα χέρια δέκα ανδρών.  Τρομοκρατούσε συνέχεια τους κατοίκους της περιοχής και σκότωνε τους διοικητές που στέλνονταν από την πρωτεύουσα και πολλούς δικαστές και αξιωματούχους από όλες τις πόλεις της περιοχής.
Οι αξιωματούχοι, συνέχεια, προσέφεραν πρόβατα και βόδια στο τέρας, για να το κατευνάσουν, αλλά το τέρας συνέχιζε να γίνεται όλο και πιο κακό. Τότε, ήρθε ένας νέος διοικητής στην πόλη και κάλεσε σε συμβούλιο τους αξιωματούχους και τους δικαστές της πολιτείας. Οι επίσημοι με τρόμο του περιέγραψαν το μαρτύριο τους και την τύχη που περίμενε τον ίδιο το διοικητή. Αυτός ήταν σοφός και σεβάσμιος άνθρωπος, τους πρότεινε λοιπόν να πάνε σ' έναν σαμάνο, ο οποίος μιλά με τα πνεύματα και να τον συμβουλευθούν τι να κάνουν. Αυτό έκαναν. 
Ο σαμάνος έκανε μια ειδική τελετή και τους ύπνωσε όλους. Επικαλέστηκε τα πνεύματα να δείξουν στα όνειρα τους σημάδια, ώστε να πάρουν τη σωστή απόφαση. Το άλλο πρωί τους ξύπνησε. Τους ρώτησε τι όνειρα είχαν δει και αυτοί του είπαν. Ο σαμάνος κατάλαβε τις επιθυμίες του φιδιού. Ένιωθε μοναξιά και ήθελε μία κοπέλα δώδεκα χρονών ως θαλαμηπόλο, για να το υπηρετεί. Τους είπε, όμως, ότι τα σημάδια έδειχναν ότι το φίδι πάνω στο μεγάλο φαγοπότι θα μπέρδευε τα τρόφιμα με το κορίτσι και θα το έτρωγε ζωντανό στη πανσέληνο του όγδοου μήνα κάθε έτους. Αυτοί τότε έπρεπε να έχουν ένα άλλο δωδεκάχρονο κορίτσι στην είσοδο της σπηλιάς, για να το πάρει το φίδι.
Ανίσχυροι, ο διοικητής και οι ακόλουθοί του έκαναν συμβούλιο τι να κάνουν. Ποιο κορίτσι να επιλέξουν; Σκληρή η μοίρα της πολιτείας. Οι αξιωματούχοι είπαν ότι με πόνο θα έδιναν την κόρη κάποιου υπηρέτη τους, που θα γινόταν κι αυτό υπηρέτρια, με επακόλουθο να μειωνόταν το βιος τους, αλλά τι να κάνουν; Οι δικαστές είπαν ότι θα μπορούσαν να δώσουν την κόρη κάποιου φοβερού εγκληματία, που η κόρη του θα ήξερε όλα τα κόλπα του πατέρα της να κλέβει και να ασχημονεί, οπότε θα προστάτευαν και το βιος των φτωχών υπηκόων. 
Για εννέα χρόνια είχαν ένα κορίτσι έτοιμο, μετά την πανσέληνο του όγδοου μήνα κάθε έτους, στην είσοδο της σπηλιάς. Το φίδι έβγαινε, κουλουριαζόταν γύρω από το κορίτσι και το έπαιρνε στο βάθος της σπηλιάς. Μετά δεν το ξαναέβλεπαν. Μέσα σ' αυτά τα εννέα χρόνια, όμως, η κοινωνία είχε αλλάξει πολύ. Κανείς δεν έκλεβε και δεν ασχημονούσε, δεν υπήρχαν πλέον εγκληματίες. Και οι υπηρέτες γεννούσαν μόνο αγόρια. Η πολιτεία Γιουέ έμοιαζε να είναι ιδανική.
Η πανσέληνος του όγδοου μήνα του δέκατου έτους, από τότε που τηρόταν αυτό το φοβερό έθιμο, έφθανε σε λίγες μέρες και οι αξιωματούχοι δεν είχαν κανένα υποψήφιο κορίτσι. Τι να κάνουν; Πηγαίνουν στο διοικητή και του εξηγούν την κατάσταση. Καλούν και τους δικαστές σε συμβούλιο. Τότε παίρνουν νέα απόφαση. Να ενημερώσουν το λαό πως αν υπήρχε κάποιος φτωχός που θα θυσίαζε μία κόρη του για το καλό της πολιτείας, θα τον γέμιζαν με χρυσάφι και τιμές. Το συμβούλιο έπρεπε να σώσει την πολιτεία, αλλά δεν θα έπαιρναν κανένα κρίμα πάνω τους. 
Εκεί κοντά, στην εξοχή της Τσιανγκ Λο, υπήρχε ένας φτωχός άνθρωπος ο Λι Ταν, είχε έξι κόρες αλλά ούτε ένα γιο. Η Τσι ήταν η μικρότερη και ομορφότερη κόρη του και μόλις είχε κλείσει τα δώδεκα. Άκουσε για το κάλεσμα της μοιραίας εθελόντριας και ήθελε να ανταποκριθεί. Οι γονείς της αρνήθηκαν να της το επιτρέψουν και τότε η γενναία κοπέλα τους απάντησε: 

-Αγαπημένοι γονείς, κανείς άνθρωπος δεν πρέπει να εξαρτάται από το γεγονός ότι έφερε στον κόσμο έξι κόρες και ούτε ένα γιο, ενώ θα θεωρείτο τυχερός, αν ήταν άτεκνος. Εγώ ποτέ δε θα μπορούσα να συγκριθώ με την Τι Τζουνγκ, της δυναστείας των Χαν, η οποία προσέφερε τον εαυτό της να γίνει σκλάβα του αυτοκράτορα σε αντάλλαγμα τη ζωή του πατέρα της. Δεν μπορώ να αναλάβω τη φροντίδα σας όταν γεράσετε, εξαιτίας της φτώχειας μας. Εγώ μόνο ξοδεύω τα αγαθά και τα ρούχα σας. Επειδή εγώ δεν είμαι χρήσιμη ζωντανή, γιατί να μην μπορώ να δώσω τη ζωή μου λίγο νωρίτερα. Γιατί να είναι λάθος με την προσφορά μου, να κερδίσετε κάποια χρήματα για τα γηρατειά σας;

Αλλά ο πατέρας και η μητέρα της την αγαπούσαν πάρα πολύ για να συναινέσουν, έτσι αυτή πήγε στην πολιτεία στα κρυφά.
Παρουσιάστηκε μπροστά στον διοικητή ως εθελόντρια και του είπε πως πήρε μόνη της την απόφαση, αλλά μετά την παράδοση της στο φίδι, οι γονείς της θα έπαιρναν τα προκαθορισμένα χρήματα. Ο διοικητής την ρώτησε αν είχε ακόμη μία επιθυμία και αυτή του ζήτησε ένα κοφτερό σπαθί και ένα κυνηγόσκυλο
Την ημέρα της πανσελήνου του όγδοου μήνα κάθισε στο ναό κρατώντας το σπαθί και το σκυλί της.
Την άλλη μέρα πήρε μαζί της αρκετές μπάλες ρυζιού εμποτισμένες με σιρόπι βύνης και τις τοποθέτησε στο στόμιο της σπηλιάς του φιδιού.
Το φίδι εμφανίστηκε. Το κεφάλι του ήταν μεγάλο σαν βαρέλι ρυζιού, τα μάτια του ήταν σαν καθρέφτες και δύο πήχες μεγάλα. Μυρίζοντας το άρωμα από τις μπάλες ρυζιού, άνοιξε το στόμα να τις φάει. Η Λι Τσι περίμενε τη στιγμή, εξαπέλυσε το κηνυγόσκυλο, το οποίο άρχισε να επιτίθεται και να δυσκολεύει το φίδι. Η Λι Τσι ήρθε πίσω από το φίδι και το χτύπησε με το σπαθί, του έκανε βαθιές και μεγάλες πληγές. Ήταν τόσο σοβαρά τα τραύματα, που το φίδι πήδηξε στο κενό του γκρεμού και πέθανε.
Η Λι Τσι μπήκε μέσα στη φωλιά του φιδιού. Είδε τα κρανία των εννέα κοριτσιών να κρέμονται από την οροφή της σπηλιάς. Αναστέναξε από την λύπη της για τα αδικοχαμένα κορίτσια. Έφερε έξω τα κρανία, τα απέθεσε μπροστά στα πόδια του διοικητή και των ακολούθων του. Θυμωμένη τους φώναξε:

-Για τη δειλία σας το φίδι κατέτρωγε τα κορίτσια. Πόσο θλιβερό!

Αδιάφορη για την αμοιβή τράβηξε για το σπίτι της.
Ο βασιλιάς της Γιουέ άκουσε για το κατόρθωμα της Λι Τσι και ήρθε στην περιοχή να την επισκεφθεί.  Τη συνάντησε στο σπίτι της. Εντυπωσιάστηκε  από την περηφάνια και την ομορφιά της. Την παντρεύτηκε και την έκανε βασίλισσά του. Διόρισε τον πατέρα της ανακριτή της πόλης Chiango Lo και έδωσε πολλά πλούτη στη μητέρα και τις μεγαλύτερες αδελφές της. Από εκείνη την εποχή και μετά η περιοχή είναι απαλλαγμένη από τέρατα. Μέχρι σήμερα ακούγουνται τραγούδια στις γιορτές με το όνομα της Λι Τσι.

Μετάφραση Eleni

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

Νυχτανθοί και Ξωθιές



Εφτά καβαλάρηδες, εφτά αδέλφια έφτασαν μεσάνυχτα στο ψηλογέφυρο, το μεγάλο γεφύρι με τα πλατάνια που ένωνε το πέτρινο χωριό με την πόλη.  Είχαν τυλίξει με πανιά στις οπλές των αλόγων,  για να μην ακούγονται και τρομάξουν οι ξωθιές και φύγουν. Δεν ήξεραν ότι οι ξωθιές ακούν και βλέπουν με την ψυχή τους.
Ξεπέζεψαν σα σκιές και κύκλωσαν το γεφύρι. Ήταν αποφασισμένοι πως εκείνο το βράδυ θα τέλειωνε η ιστορία, με το τέλος που εκείνοι επιθυμούσαν. Αλλιώς ας μην τους λόγιαζαν για άντρες πια. Ώρα δώδεκα βγήκαν οι ξωθιές και στήσαν χορό, ανέμελο, ονειρεμένο. Ο καλύτερος από τους καβαλάρηδες, ο Αλέξανδρος, ήταν μαγεμένος με την ομορφιά μιας ξωθιάς. Ακροβολίστικαν, λοιπόν και κοίταζαν κρυμμένοι πίσω από τις καλαμιές και τα βούρλα της όχθης. Οι ξωθιές ανέμιζαν τα μαντήλια τους και λικνίζονταν, σπαρταρούσαν στον απόκοσμο χορό τους, στη μουσική του αιθέρα. Ήταν στολισμένες με νυχτανθούς και φορούσαν πέπλα αραχνοκεντημένα και νυχτοϋφασμένα, διάφανα που ʾδείχναν το κορμί τους όπως ήταν, το φώτιζαν στο σκοτάδι, χωρίς να έχουν ντροπή να το κρύψουν. Να τρελαίνονται οι άμυαλοι θνητοί που θα τολμήσουν να κοιτάξουν πλάσματα αιθέρια, αλλόκοτα, θεϊκά. Οι γέροντες που ήξεραν, τους προειδοποίησαν να πάρουν τις απαραίτητες προφυλάξεις:
«Να έχετε μαζί σας ένα μυριστικό χορτάρι, το χαμορίγανο, μαζεμένο το μήνα θεριστή ή τον αγιασμό της εκκλησίας που σε κάνει άτρωτο από τις ξωθιές. Μα το πιο δυνατό είναι η αγάπη. Να σ ʾ αγαπάει η ξωθιά και να μην μπορεί να σου κάνει κακό, μόνο να σε τρελάνει. Ή να την αγαπάς εσύ, οπότε είσαι τρελός έτσι κι αλλιώς και δε φοβάσαι.»
Μύριζαν νυχτολούλουδο τα κορμιά τους και τους μεθούσαν.
Η Διαμαντώ η ομορφότερη από τις ξωθιές, ήταν και  κείνη ερωτευμένη με τον Αλέξανδρο. Τον έβλεπε που την παραφύλαγε στο χορό τις νύχτες. Δεν έλειψε ούτε μία νύχτα αυτό το μήνα. Κάθε φορά, όταν η κουκουβάγια σήμαινε μεσάνυχτα, έβγαινε από την κρυψώνα του και την πλησίαζε. Εκείνη, άνεμος, χανόταν από την αγκαλιά του.  Προσπαθούσε να της μιλήσει˙  από το στόμα του έβγαιναν άναρθρες κραυγές, μουγκανητά. Εκείνο το βράδυ η ξωθιά το είχε αποφασισμένο. Θα άφηνε το μαντήλι της στην άκρη, να το πάρει ο Αλέξανδρος. Τότε θα ήταν για πάντα δική του. Δε θα μπορούσε να του ξεφύγει. Και η νεράιδα του ψηλογέφυρου το είχε αποφασισμένο πως αυτό θα ήταν το γραμμένο της. Ήξερε πως τα ξημερώματα έφευγε μαζί με τʾ αδέλφια του για τον πόλεμο.
«Η τώρα ή ποτέ» είπε στη μάνα της.
«Ποτέ κόρη μου» διέταξε εκείνη.
«Τώρα» αποφάσισε εκείνη. Και όταν αποφασίζουν οι ερωτευμένες κόρες δεν οπισθοχωρούν.
«Ο δρόμος που τραβάς κόρη μου δεν έχει γυρισμό»
Της έδωκε την ευχή της. Ήξερε πως δεν μπορείς να μεταπείσεις μία ερωτευμένη κοπέλα. Είναι σα να προσπαθήσεις να σταματήσεις  ένα χείμαρρο με το σώμα σου. Σε παρασέρνει και χάνεσαι.
«Απʾ αυτή τη στιγμή θα έχεις τρεις ευκαιρίες να γυρίσεις. Μη χάσεις την τελευταία.» Γνωρίζοντας πως η κόρη της την άκουγε με κλειστά αυτιά.
Εκείνη τη νύχτα, μόλις οι ξωθιές αντιλήφθηκαν τους επισκέπτες, σταμάτησαν το χορό και παραμέρισαν, να βγει μόνη της η Διαμαντώ να χορέψει κάτω από το γεφύρι. Μπροστά στα μάτια του αγαπημένου της. Χόρευε και η τελευταία ίνα του κορμιού της. Τα νυχτοπούλια και τʾ αγρίμια λούφαξαν γροικώντας  το αλλόκοτο. Ο αέρας σίγησε μουδιασμένος. Ήταν ο χορός ο δικός της και ο χορός του αγαπημένου της. Μια φορά στα χίλια χρόνια τυχαίνει ξωθιά να θέλει από μόνη της να περάσει στην αντιπέρα όχθη. Να γίνει άνθρωπος.  Μαζεύονται όλες οι ξωθιές να δουν με κομμένη την ανάσα το θαύμα. Άφησε και ο Θεός ένα από τα μάτια του να ξεστρατίσει κατά εκεί να δει το χορό του αποχαιρετισμού της παλιάς ζωής και του καλωρίσματος της καινούριας. Είδε το σπόρο της αγάπης που έκρυψε στις ψυχές, όταν τις δημιούργησε, να καρποφορεί. Ο Αλέξανδρος είδε πως το μαντίλι δεν το ανέμιζε όπως συνήθως. Απόψε χόρευε μόνο γιʾ αυτόν.  Βγήκε από την κρυψώνα του, πήρε το μαντίλι και άρχισε να χορεύει μαζί της. Τέτοιο χορό, ορκίζονταν οι ξωθιές, πως δεν είχαν δει στην πολύχρονη ζωή τους.
«Τούτος ο χορευτής, δεν μπορεί να είναι άνθρωπος» είπαν και έσκασαν από τη ζήλεια τους.
Η Διαμαντώ και ο Αλέξανδρος κοίταζαν βαθειά ο ένας τα μάτια του άλλου. Ύστερα αγκαλιάστηκαν. Ο Αλέξανδρος δεν έπιασε αέρα στα χέρια του αλλά κορμί. Κορμί που σπαρταρούσε και του παραδινόταν.
«Πώς σε λένε;»
«Διαμαντώ. Εσένα;»
«Αλέξανδρο»
«Σʾ αγαπώ, Αλέξανδρε»
«Σʾ αγαπώ, Διαμαντώ»
Η πρωτοξωθιά διέταξε τον άνεμο να φυσίξει ούριος, να μαδήσει τα πλατανόφυλλα και να σκεπάσει το ζευγάρι. Ο Θεός τράβηξε το μάτι του να μη σκανδαλισθεί. Ενώθηκαν για πρώτη και για στερνή φορά.
«Δώσε μου το μαντήλι μου» είπε η Διαμαντώ.
Εκείνος το κράταγε στο χέρι του, το ακουμπούσε στο μάγουλο του και το άρωμα του νυχτανθού τον μεθούσε.
«Αν στο δώσω, θα φύγεις» παραπονέθηκε.
«Ναι θα φύγω» είπε η Διαμαντώ κοιτάζοντας τον στα μάτια.
Εκείνος τη φίλησε στο μέτωπο, της χάιδεψε τα μαλλιά και βάζοντας το μαντίλι στη χούφτα της την έκλεισε με τα χέρια του.
«Πάρʾ το» της είπε.
Εκείνη το πήρε, τό ʾφερε στα χείλη της, το φίλησε και μετά το ʾδεσε στο λαιμό του.
«Να σε φυλάει στον πόλεμο» του είπε και χώθηκε στην αγκαλιά του.
Μέσα της άκουγε τη φωνή της μάνας της. Χάθηκε η πρώτη ευκαιρία.
Το χάραμα χάθηκαν οι άλλες ξωθιές, ανέμισαν τα μαντήλια πάνω από το κεφάλι τους και εξαφανίσθηκαν.
Την πήρε, την ανέβασε πάνω στη φοράδα του και μαζί με τʾ αδέλφια του, πήγαν τη νύφη στο σπίτι τους.
«Είναι η νύφη σου. Να την προσέχεις.» είπε στη γριά μάνα του.
«Να με περιμένεις, να γυρίσω απʾ τον πόλεμο. Πάρε το μαντήλι σου, μην τύχει και δεν γυρίσω».
Και κείνη αποκρίθηκε κλαίγοντας
«Όχι  κράτα το. Θα γυρίσεις και εγώ θα σε περιμένω».
Χάθηκε και η δεύτερη ευκαιρία της.
Τον κοίταζε μέχρι που οι φιγούρες τους χάθηκαν στον ορίζοντα.
Κανένα από τʾ αδέλφια δε θα γύριζε, το ʾξερε η Διαμαντώ. Οι ξωθιές το ξέρουν το γραμμένο, το ψυχανεμίζονται, αλλά δεν μπορούν να το εμποδίσουν.
Σε εννέα μήνες γέννησε μια πεντάμορφη, με όλη τη γλύκα τη δικιά της και όλη την ομορφιά του πατέρα της. Έσφιγγε η Διαμαντώ το μικρό κοριτσάκι στην αγκαλιά της και ένιωθε τον άντρα της κοντά της. Ένιωθε ευτυχισμένη η Διαμαντώ, ώσπου ήρθε το γράμμα «Ο σύζυγος σας έπεσε μαχόμενος υπέρ πατρίδος…». Κι ένας άλλος φάκελος κλεισμένος στον πρώτο
έγραφε απʾ όξω «Να παραδοθεί στη γυναίκα μου σε περίπτωση θανάτου μου» και μέσα είχε το μαντήλι της. «Φύγε» της έγραφε «Πήγαινε να ζήσεις τη δική σου ζωή και εγώ θα έρχομαι αέρας τις νύχτες και θα ανταμώνουμε κάτω από το γεφύρι.»
Πήρε το μαντήλι και το ʾρηξε στη φωτιά. Σείστηκε συθέμελα το χωριό από τη σφοδρή βοή της δύναμης που χάθηκε. Μαζί χάθηκε και η τρίτη ευκαιρία. Βγήκε στο πέτρινο μπαλκόνι και με τα μάτια φλόγινα, κοίταξε πίσω από τα βουνά τρυπώντας τα με το βλέμμα της και φώναξε
«Θα σε περιμένω να έρχεσαι, αέρας, στο σπίτι σου. Να δροσίζεις την πυρακτωμένη από την απουσία σου κλίνη μου. Να βλέπεις την κόρη μας να μεγαλώνει.» είπε και τα μάτια της ξεραμένα από τη φωτιά δεν μπορούσαν να δακρύσουν να απαλύνουν τον πόνο της.
Από εκείνη τη μέρα η Διαμαντώ, μένει ώρες αποκαμωμένη να κοιτάζει την Ανατολή. Έτσι γίνεται και κάθε σούρωπο που έρχεται στο γεφύρι που πρωτογνωριστήκανε, εκεί που έδωσαν το πρώτο τους φιλί. Κάθεται στην πελεκητή πέτρα και όταν πέσει και η τελευταία ακτίνα ήλιου αφήνει το βλέμμα της να χιμήξει χείμαρρος κατά την Ανατολή. Η ψυχή της ταξιδεύει μέχρι το μνήμα του άπιστου που οι σημερινοί αφεντάδες δεν τολμούν πια να το πειράξουν. Στην αρχή έβγαλαν το ξύλινο σταυρό και τον κατέστρεψαν, για να το δουν την άλλη μέρα στητό με το σημαδιακό όνομα Αλέξανδρος να τους ανατριχιάζει. Το χώμα του πάντα φρεσκοσκαμμένο κι απάνου του αγκαλιά αγριολούλουδα να ευωδιάζουν. Παραφύλαξαν τα βράδια οι καλύτεροι να πιάσουν τον άπιστο που αψηφάει την τιμωρία και κάνει τρισάγιο στον τάφο. Ένα πέπλο φωτεινής ομίχλης τους σκέπασε τα μεσάνυχτα και μια μυρωδιά νυχτανθού τους μέθυσε. Και λίγο πριν ναρκωθούν, πρόλαβαν και είδαν χιλιάδες κόρες με αραχνοΰφαντα  λευκά πέπλα και σκεπασμένα κεφάλια να αφήνουν ένα λουλούδι στο μνήμα και ο σταυρός να σκεπάζεται μέχρι απάνου. Και ανάμεσα τους βγαίνει η πιο όμορφη αλλά μαυροντημένη, να χορεύει χορό ερωτικό και να δακρύζει. Τα δάκρυα της να ποτίζουν και νʾ αφρατεύουν το χώμα. Άφωνοι την άλλη μέρα οι άπιστοι προσπάθησαν να περιγράψουν με νοήματα τι είδαν αλλά η Παναγιά τους απαγόρεψε να πουν.
Από τότε οι νέες αφήνουν ένα λουλούδι στον τάφο του Αη γκιαβούρη, του προστάτη των ερωτευμένων κοριτσιών. Ψάχνουν στις πέτρες του μνήματος να βρουν τα μηνύματα που αφήνουν οι νέοι, ελπίζοντας πως οι αγαπημένες τους θα τα βρουν και θα μάθουν τον πόθο τους. Τις παραφυλάνε να χορεύουν και αυτές πριν νυχτώσει και βγουν οι σκιές. Οι κοπέλες προσπαθούν να αγγίξουν το μαύρο πέπλο και όποια τα καταφέρει, κείνο το χρόνο θα παντρευτεί.
Ακούγονται ψίθυροι, γέλια και μουσικές
«Καλημέρα Αλέξανδρε» ψιθυρίζει η Διαμαντώ, μόλις πάρει να ξημερώσει
«Καλημέρα Νεράιδα μου» απαντά και χάνεται.
Είναι φορές που κάποιοι αλλαφροΐσκιωτοι βλέπουν νεράιδες να χορεύουν, ξαφνικά να παραμερίζουν και να σκίζεται η γη, να βγαίνει ένας πανώριος λεβέντης, να παίρνει την πιο όμορφη νεράιδα και να χορεύουν μέχρι την αυγή.

Έτσι γίνεται εκατό χρόνια τώρα.

Ζωγραφιές πάνω σε πέτρες

Ακόμη και αν νομίζετε  ότι το χέρι σας δεν «πιάνει» πινέλα ζωγραφικής, παρακάτω παρατίθενται μερικά παραδείγματα από απλές ζωγραφιστές πέτρες, που δεν είναι αριστουργήματα, αλλά θα κάνουν τους γύρω σας χαρούμενους και εσάς υπερήφανους!
Πάρτε ακρυλικά χρώματα και πινέλα και αρχίστε.










Βινεγκρέτ σιρόπι σφενδάμου




Ένα κλασικό αμερικάνικο dressing salad είναι ένα βινεγκρέτ που γίνεται με σιρόπι σφενδάμου και μουστάρδα Ντιζόν. Είναι υπέροχο για σαλάτες, ζυμαρικά, αλλά λειτουργεί και ως μια καλήμαρινάδα για κρεατικά.

Συστατικά
¼ φλιτζάνι έξτρα παρθένο ελαιόλαδο
2 κουταλάκια του γλυκού ξύδι βαλσάμικο (κατά προτίμηση λευκό)
1 κουταλάκι του γλυκού μουστάρδα Dijon
1 κουταλιά της σούπας σιρόπι σφενδάμου καθαρό
αλάτι και φρεσκοτριμμένο πιπέρι, για γεύση


Οδηγίες
Συνδυάστε όλα τα συστατικά σε ένα μπολ. Χτυπήστε ελαφρά με ένα σύρμα μέχρι να ενσωματωθούν.
Δοκιμάστε για καρυκεύματα, ώστε να προσαρμόσετε τη γεύση ανάλογα με το γούστο σας.
Τοποθετήστε το μείγμα σε ένα βάζο με καπάκι και βάλτε το στο ψυγείο για δύο εβδομάδες.

Μετά μπορείτε να τη χρησιμοποιήσετε στις σαλάτες.

Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

Ιαπωνική μάσκα Okame


Αυτή η ιαπωνική μάσκα έχει δύο ονόματα, Otafuku και Okame. Otafuku σημαίνει κυριολεκτικά «Πολύ Καλή τύχη», και Okame σημαίνει «χελώνα», επίσης, είναι ένα τυχερό σύμβολο – γούρι για ευημερία και μακρύ βίο. 
Η Otafuku αντιπροσωπεύει μία υπέροχη, πάντα χαμογελαστή Γιαπωνέζα γυναίκα που φέρνει την ευτυχία και καλή τύχη στον άντρα που παντρεύεται. Είναι επίσης το όνομα της θεάς της χαράς. Φοριέται τόσο στο παραδοσιακό θέατρο Noh όσο και από τις νοικοκυρές με μία ιδιωτική τελετή, για να φέρουν την καλή τύχη στο σπίτι τους.
Η φιγούρα αυτή ακόμη πωλείται και ως διακοσμητικό και θεωρείται φυλαχτό, σε όποιο χώρο τοποθετηθεί, εξασφαλίζει την ευλογία και την καλή τύχη.


Σύμφωνα με το εθιμοτυπικό η νοικοκυρά στα τέλη του Νοεμβρίου, λίγο πριν της ιαπωνικής πρωτοχρονιάς, παίρνει μια σκούπα ή τσουγκράνα, πάνω στην οποία δένει διάφορα γούρια και τη φέρει  δεξιόστροφα γύρω από το σπίτι της. Συγχρόνως λέει ένα ξόρκι προσφωνώντας πάντα την Okame. Επίσης καίνε φλούδες πορτοκάλι, τριαντάφυλλο, ερείκη, βιολέτα και μπαχαρικό λιβάνι για να την ευχαριστήσουν. Με αυτό τον τρόπο επικαλούνται την θεά για πλούτη και καλή τύχη στο σπίτι τους.
Στο ιαπωνικό θέατρο ονομάζεται και Uzume και είναι η σύντροφος του Kyogen, που είναι το παραδοσιακό ζευγάρι του θεάτρου Noh.
Ως θεά της χαράς συχνά εμφανίζεται στην ιαπωνική τέχνη.


Είναι μία αρχέγονη προγονική θεά που προστατεύει την οικογένεια, την μακροζωία, τη σοφία, τις ψυχικές ικανότητες και την ευημερία. Τα σύμβολα της είναι παράγωγα παλαίωσης όπως το καλό παλαιωμένο κρασί και το τυρί μακράς ζύμωσης, αφού ακριβώς συμβολίζουν το μακρύ βίο. Λατρεύεται σε ιερούς χώρους που της αποδίδονται. Επίσης προς τιμή της διοργανώνεται η γιορτή Σίντο, περιλαμβάνει ειδικούς χορούς που επικαλούνται τη θεά για μακροζωία, τιμή, ευημερία,  προστασία της οικογένειας.
Οι άνθρωποι επίσης στρέφονται σε αυτή για να πάρουν χρησμούς, αφού πιστεύουν ότι έχει μαντικές ικανότητες, μέσω των ιερειών της Miko, οι οποίες στην αρχαία Ιαπωνία θεωρούνταν θηλυκοί σαμάνοι. Σήμερα περιορίζονται στα ιερατικά καθήκοντά τους, να καθαρίζουν το ναό της θεάς και να επιστατούν στην Kagura, μέρος της γιορτής Σίντο, όπου εκτελούνται χοροί και θεατρικά δρώμενα, προγενέστερα του θεάτρου Noh.



Miko

Η βασίλισσα ονομάζεται Himiko, θεωρείται αρχιέρεια της θεάς και μετά είναι οι πριγκίπισσες και οι υπόλοιπες Mico. Μερικές γυναίκες ακόμη και σήμερα, ειδικά εκείνες που ονομάζεται Νόρο και Γιούτα, στην Οκινάουα και τα γύρω νησιά, θεωρούνται ότι κατέχουν την πρακτική των σαμάνων και της μαντείας.

Κορυφαία είναι η περιγραφή της σαμανικής τελετής που έκανε η θεά ενώπιον των άλλων θεών. Φορώντας κουδούνια και με εκτεθειμένα τα στήθη και τα γεννητικά όργανά της, στραμμένη προς τον ήλιο, χτυπώντας ρυθμικά τα πόδια της στη γη, κατάφερε με το χορό της να κάνει τους άλλος θεούς να χαρούν και να γελάσουν και τον ήλιο να ζεστάνει τη γη.




ΠΟΡΤΡΕΤΑ ΦΑΓΙΟΥΜ



... βλέμματα που μας κοιτούν κατευθείαν από την αρχαιότητα



Τα πορτραίτα Φαγιούμ βρίσκονται πάνω σε αιγυπτιακές μούμιες στη θέση του προσώπου.  Φιλοτεχνήθηκαν τον 1ο έως τον 3ο μ Χ. αιώνα από συνεχιστές της ύστερης ελληνιστικής παράδοσης της ελληνιστικής παράδοσης της Αλεξανδρινής Σχολής, αποτελούν μάλιστα το αρχαιότερο είδος προσωπογραφίας, για το οποίο έχουμε ικανοποιητικό αριθμό ευρημάτων, ώστε να μελετηθεί συστηματικά.
 Διαθέτουν ρωμαϊκά χτενίσματα, ρούχα και κοσμήματα και είναι ζωγραφισμένα με ελληνική τεχνοτροπία, συμπληρώνουν αιγυπτιακές σαρκοφάγους που φέρουν σύμβολα και αναπαραστάσεις του αιγυπτιακού πανθέου. Μοναδικά, εναπομείναντα δείγματα από την τέχνη της Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής περιόδου  της Αιγύπτου. Το όνομά τους το πήραν από την όαση Φαγιούμ (Faiyum ή Fayyum ή Al-Fayoum)  όπου βρέθηκαν, στις αρχαίες ελληνικές πόλεις της Φιλαδέλφειας και της Αρσινόης. Επισήμως ανακαλύφθηκαν από τις ανασκαφές του βρετανού αιγυπτιολόγου W. M. Flinders Petrie στη Χαουάρα, το 1879. Η πρώτη όμως αναφορά σε αυτά γίνεται από τον ιταλό περιηγητή Pietro Della Valle  το 1615. Τα πορτραίτα φαγιούμ αμέσως προκάλεσαν το ενδιαφέρον του κοινού στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ στη δεκαετία του 1880, αφού όχι μόνο παρουσιάστηκαν σε αυτό αλλά και έγιναν περιζήτητα, με τον αυστριακό έμπορο έργων τέχνης και αρχαιοτήτων  Theodor Graf να διαθέτει τη μεγαλύτερη συλλογή. Τα αγόρασε από τους ντόπιους οι οποίοι άρχισαν να τα φέρουν στο φως το 1877. Η αλήθεια είναι ότι ο Petrie με την ανακάλυψή του ήρθε απλά να επιβεβαιώσει τον  Graf, ο οποίος αρχικά αντιμετώπιζε τη δυσπιστία των πελατών του ως προς την γνησιότητα των πορτραίτων, που σημαίνει ότι υπήρχε ήδη εκτεταμένη λαθρανασκαφή.
Η όαση Φαγιούμ βρίσκεται 60 χιλιόμετρα νοτίως του Καΐρου, στη δυτική όχθη του Νείλου. Από τους αρχαίους χρόνους ονομαζόταν «ο κήπος της Αιγύπτου» για την οργιαστική βλάστησή της. Η ονομασία της πόλης προέρχεται από το αιγυπτιακό pA y-m, που σημαίνει λίμνη ή θάλασσα. Στο κέντρο της κοιλάδας, που θυμίζει μια φυσική λεκάνη, βρισκόταν η λίμνη Μοίριδα, που έμοιαζε με θάλασσα τα καλοκαίρια, ξεχείλιζε ο Νείλος και τα νερά του πλημμύριζαν την περιοχή. Όταν τα νερά αποσύρονταν, οι άνθρωποι που κατοικούσαν στα υψηλότερα σημεία της κοιλάδας καλλιεργούσαν την εύφορη γη. Οι πόλεις ήταν κτισμένες στις παρυφές των λόφων που ζώνουν το Φαγιούμ. Η πόλη Αρσινόη ήταν πόλος έλξης για τους Έλληνες. Η εύφορη κοιλάδα εξασφάλιζε την ευμάρεια των κατοίκων, με αποτέλεσμα να συνυπάρχουν Αιγύπτιοι, Έλληνες και Ρωμαίοι σε ένα ειδυλλιακό κοινωνικοπολιτισμικό περιβάλλον του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Οι θεοί διαφόρων προελεύσεων «συνυπήρχαν», όπως και οι άνθρωποι ειρηνικά και συμπληρωματικά.
Η αιγυπτιακή πεποίθηση ότι κάθε νεκρός, όποιας καταγωγής και κοινωνικής τάξης, μπορεί να αποκτήσει την ευκαιρία μιας δεύτερης ζωής, αν ταριχευθεί σωστά συνοδεία μιας ειδικής τελετής πέρασε στους Έλληνες της περιοχής και αργότερα στους Ρωμαίους. Η σύγκριση των διάφορων πάνθεων του ελληνιστικού κόσμου επέτρεψε στο αιγυπτιακό ιερατείο να περάσει το αιγυπτιακό πνεύμα κατ’ ουσία στους φιλομαθείς και περίεργους Έλληνες, στηριζόμενο στην μεγάλη ισχύ και τη σχεδόν συντεχνιακή οργάνωσή του. Με βάση τις απόψεις των Αιγυπτίων για τη λατρεία των νεκρών, οι προσωπογραφίες του Φαγιούμ θα πρέπει οπωσδήποτε να θεωρούνταν αντικείμενα λατρείας, αφού οι μούμιες τις οποίες διακοσμούσαν αποτελούσαν το αθάνατο υποκατάστατο του νεκρού. Οι νεκροί ταυτίζονταν με τον Όσιρι και την Ίσιδα ή την Αθώρ (αντίστοιχη αιγυπτιακή θεότητα της Αφροδίτης), ανάλογα αν ήταν άνδρες ή γυναίκες και θεωρούνταν ότι ήταν εμποτισμένοι με τη θεϊκή δύναμη. Γι αυτό το λόγο οι μούμιες αναφέρονταν στους παπύρους ως «ο Όσιρις», «η Ίσις» ή «η Αθώρ». Τα πορτρέτα Φαγιούμ αποτελούν μία περίπτωση πολιτισμικού και υφολογικού διϋσμού. Ενώ η συνήθεια της μουμιοποίησης και γενικότερα η αντίληψη ότι είναι αναγκαία η διατήρηση της φυσικής μορφής των νεκρών για τη μεταθανάτια ζωή είναι καθαρά αιγυπτιακή, τα πορτρέτα ανήκουν στη νατουραλιστική παράδοση της ελληνικής ζωγραφικής , την οποίαν εισήγαγαν στην Αίγυπτο οι Μακεδόνες έποικοι. Στα χρόνια του Τιβέριου (14-37 μ.Χ.) άρχισαν να τοποθετούνται στις μούμιες ζωγραφισμένες προσωπογραφίες των νεκρών με τα χαρακτηριστικά του νεκρού ζωγραφισμένα στην επιφάνειά τους, στη θέση των τρισδιάστατων νεκρικών μασκών που μέχρι τότε χρησιμοποιούνταν. Η εμπνευσμένη, αυτή, καινοτομία αντανακλούσε την εκτίμηση της κοινωνίας προς την ελληνική ζωγραφική και τις δυνατότητες της, ώστε να εμπιστευθεί την αθανασία των νεκρών στους αντίστοιχους ζωγράφους.
Τα πορτρέτα είχαν σκοπό να θυμίζουν τη μορφή του νεκρού όπως ήταν στη ζωή, ως αιώνια ανάμνηση της ύπαρξης του. Συνήθως είναι ζωγραφισμένο μόνο το κεφάλι, σε φυσικές σχεδόν διαστάσεις, αν και υπάρχουν μερικές φιγούρες ολόσωμες. Μερικά ζωγραφίζονταν αμέσως μετά τον θάνατο κάποιου, ενώ άλλα πιο πριν και έμεναν κρεμασμένα στο σπίτι για διακόσμηση, μέχρι τη στιγμή που θα χρειάζονταν να τοποθετηθούν πάνω στη μούμια. Πολλές φορές, οι συγγενείς συνήθιζαν να μη μεταφέρουν τη σωρό του νεκρού με τη σαρκοφάγο στη νεκρόπολη, αλλά να τη διατηρούν στο σπίτι για κάποιο χρονικό διάστημα. Τοποθετούσαν τη σαρκοφάγο κάθετα, σε ειδικά ξύλινα έπιπλα με ορατό το πορτρέτο του νεκρού, σαν να συμμετείχε με αυτό τον τρόπο στην οικεία καθημερινότητα. Αλλά το 392 μ.Χ. ο βυζαντινός αυτοκράτορας Θεοδόσιος απαγόρευσε σαν παγανιστική – ειδωλολατρική, για αυτόν, τη συνήθεια διατήρησης των νεκρών στο σπίτι. Έτσι, οι κάτοικοι της περιοχής αναγκάστηκαν να μεταφέρουν τις σαρκοφάγους σε μεγάλα δημόσια νεκροταφεία – νεκροπόλεις.
Ήταν φτιαγμένα επάνω σε ξύλο ή λινό ύφασμα (το σάβανο), συνήθως με τη μέθοδο της εγκαυστικής ή της τέμπερας. Τα πορτρέτα είναι ζωγραφισμένα σε ξύλο πάχους συνήθως μόλις 1,5-2 χιλιοστών της ενδημικής συκομουριάς ή επάνω στο λινό σάβανο. Οι μέθοδοι που ακολούθησαν ήταν δύο, κυρίως η εγκαυστική μέθοδος του κεριού και η τέμπερα. Η τεχνική της εγκαυστικής θεωρείται ότι αναπτύχθηκε πρώτα από τους Έλληνες, που αρχικά καλαφάτιζαν με μίγμα κεριού και κολοφωνίου και στη συνέχεια έβαφαν και ζωγράφιζαν τα ξύλινα καράβια τους. Το χρώμα (σε σκόνη), ανακατεμένο με μίγμα κεριού και κολωφόνιου (κάποτε χρησιμοποιούσαν και ρετσίνι ή μαστίχα Χίου), δουλευότανε με πινέλο ή κέστρο (μια μεταλλική σπάτουλα) και άντεχε στον ήλιο, τον αέρα και το αλάτι της θάλασσας. Το στρώμα της ζωγραφικής ήταν παχύ, ανάγλυφο και στο τέλος το «σιδέρωναν» – έγκαυση με ένα πυρωμένο σίδερο, το καυτήριο, που έδενε την επιφάνεια και ομογενοποιούσε τα κομμάτια της. Αυτή τη μέθοδο πήραν οι ζωγράφοι του Φαγιούμ, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν αρχικά λιωμένο κερί μέλισσας, το οποίο στη ζέστη της Αιγύπτου αργούσε να σταθεροποιηθεί προσφέροντας πολύτιμο χρόνο στο ζωγράφο. Αργότερα άρχισε η χρήση του καρχηδονιακού κεριού, το οποίο χρησιμοποιούταν κρύο προσφέροντας μεγάλη διευκόλυνση ως προς το χρόνο. Χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη μελέτη για  να μάθουμε πως ακριβώς χρησιμοποιούταν το κερί. Υπάρχει η περίπτωση να αναμειγνυόταν κερί μέλισσας με ρετσίνι και το μείγμα να ήταν ζεστό ή το κερί να μετατρεπόταν σε γαλάκτωμα και να χρησιμοποιούταν κρύο ή ζεστό αναμειγμένο με λάδι και αυγό. Οι εργαστηριακές εξετάσεις στο μέλλον όλο και περισσότερων προσωπογραφιών θα μας δείξει την αναλογία συχνότητας των διάφορων τεχνικών. Το κερί ανακατευόταν με τις σκόνες των χρωμάτων ως συνδετικό υλικό. Αντίστοιχα στην τεχνική της τέμπερας είχαμε την ανάμειξη χρωματικών σκονών με αυγό, με αποτέλεσμα την λεγόμενη αυγοτέμπερα. Πάνω στο ξύλο απλωνόταν μια χρωματιστή κόλλα ως βάση, δεν λείπουν όμως και τα παραδείγματα που η κόλλα ήταν διαφανής, για να εκμεταλλευτούν το χρώμα του ξύλου στην απόδοση της ανθρώπινης επιδερμίδας. Αντίστοιχα στο λινό πανί συνήθως άπλωναν ζωική κόλλα αναμειγμένη με γύψο - έχουμε ίσως την περίπτωση μιας πρωτότυπης νωπογραφίας;  Ή άπλωναν μόνο κόλλα με αποτέλεσμα να φαίνονται οι ίνες του υφάσματος κάτω από τη ζωγραφική παράσταση. Τα χρώματα τα άπλωναν με πινέλα, κέστρα, ακόμη και με τα δάχτυλα. Χρησιμοποιούσαν ανάγλυφα γύψου ως διακοσμητικά στοιχεία ή τη δήλωση κοσμημάτων, τα οποία μετά τα επιχρύσωναν. Χρησιμοποιούνταν φύλλα χρυσού στη διακόσμηση. Χρησιμοποιούσαν ακόμη την επιχρύσωση ως ζωγραφικό στοιχείο για την απόδοση χρυσών στεφανιών ή το «βάψιμο» χειλιών. Η επιχρύσωση γινόταν πιθανόν με ασπράδι αυγού. Τα χρυσά κοσμήματα αποδίδονταν και με χρώματα, κερδίζοντας το θαυμασμό των μελετητών σήμερα. Ο βαθμός δυσκολίας των ζωγράφων των προσωπογραφιών του Φαγιούμ ήταν μεγάλος, αν αναλογιστούμε ότι η εγκαυστική τεχνική, που χρησιμοποιούσαν, απαιτούσε μεγάλη ταχύτητα στην εκτέλεση. Και η τεχνική αυτή είναι κληρονομιά από το φημισμένο ζωγράφο Απελλή του 4ου  αι. π.Χ., όπως και η τετράχρωμη παλέτα τους, η οποία κατά τον Πλίνιο ήταν «από τα λευκά, τη μηλιά γη˙ από τα κίτρινα, την αττική ώχρα˙ από τα κόκκινα, το σινωπικό του Πόντου˙ και από τα μαύρα, το atramentum (το λεγόμενο ελεφάντινον)». Αν εντοπίζονται κάποιες αποκλίσεις από αυτήν την παλέτα σε κάποια έργα, οφείλεται στην παροδική τοπική έλλειψη των χρωμάτων και χρησιμοποιούσαν ό,τι ήταν πρόσφορο.
Η αχλή του χρόνου δεν είναι δυνατόν να επισκιάσει το βλέμμα και το ύφος των πορτραίτων Φαγιούμ. Ακόμη και τα σπαράγματά τους είναι συγκλονιστικά. Τα πρόσωπα κοιτούν τον θεατή ίσα στα μάτια, προσδίδοντας ένα βλέμμα που δεν μπορεί να αποφύγει. Τα σφιγμένα χείλη δείχνουν τη δραματικότητα της στιγμής, αντιμετωπίζεις μία «οντότητα» που προσπαθεί πεισματικά να επικοινωνήσει μαζί σου. Σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα και την αξιοπρέπεια των μορφών, την αίσθηση του ατομικού καλλωπισμού και την απόδοση των ιδιαίτερων προσωπικών χαρακτηριστικών καταλαβαίνεις αμέσως ότι έχεις να κάνεις με ελληνική ζωγραφική. Οι συγγενείς και ο ζωγράφος επιλέγουν για το τελευταίο πορτραίτο του θανόντος την ελληνική νατουραλιστική ζωγραφική βασισμένη σε μία παράδοση πολλών αιώνων.
Ο νατουραλισμός,  κύριο γνώρισμα των καλύτερων πορτρέτων του Φαγιούμ, έχει ρίζες απευθείας από τις αισθητικές και τεχνικές κατακτήσεις του φημισμένου ζωγράφου Απελλή και των συγχρόνων του. Η προσωπογραφία ήταν αρκετά διαδεδομένη στον αρχαίο κόσμο και οι άνθρωποι αφιέρωναν ακόμη προσωπογραφίες ως αναθήματα σε ναούς. Κύριος στόχος τους ήταν η απεικόνιση του προσώπου να είναι σύμφωνη με την πραγματικότητα. Έλληνες καλλιτέχνες είχαν εγκατασταθεί στην Αίγυπτο από τον 7ο αι. π.Χ., αλλά μετά την κατάκτηση της χώρας από τους Μακεδόνες ο αριθμός τους πολλαπλασιάστηκε δραματικά. Ο ελληνισμός ως πηγή καλλιτεχνικής έμπνευσης και έκφρασης κατέκτησε ολοκληρωτικά την χώρα, αποτέλεσμα ήταν ο πολιτισμικός εξελληνισμός των ντόπιων και η ώσμωση κάθε τι ελληνικού μέσα στην αιγυπτιακή παράδοση.
Οι προσωπογραφίες Φαγιούμ είναι οι πρόδρομοι των πρώτων φορητών εκκλησιαστικών εικόνων του Χριστιανισμού. Η μετάβαση από την ελληνορωμαϊκή πολυθεϊστική τέχνη στη χριστιανική είναι συνεχής και χωρίς σκώμματα, σε αντίθεση με την πολιτική. Οι νεκρικές προσωπογραφίες και οι πρώτες χριστιανικές εικόνες συνυπήρχαν μέχρι της εξαφάνισης των πρώτων. Ορισμένες εικόνες του 6ου και 7ου αι. μ.Χ. που βρίσκονται στη Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά παρουσιάζουν εντυπωσιακές ομοιότητες με τα πορτρέτα Φαγιούμ. Στην αρχαία Αίγυπτο οι άνθρωποι συνήθιζαν να λατρεύουν τη ζωγραφισμένη μορφή θεών, αυτοκρατόρων και οικείων τους, οπότε ήταν σχετικά εύκολο για τους πρώτους που προσηλυτίστηκαν στο Χριστιανισμό να μεταφέρουν αυτό τον τρόπο λατρείας στα ιερά πρόσωπα της νέας θρησκείας. Ας μη ξεχνάμε ότι οι πρώτοι αυτοί χριστιανοί συνέχιζαν να ταριχεύουν τις σωρούς των συγγενών τους. Αλλά συνήθιζαν να ταριχεύουν και τα σώματα των μαρτύρων τους και να τα διατηρούν σε ιερά, όπου τιμούσαν τη μνήμη τους.
Οι αρετές του Απελλή και των ζωγράφων του Φαγιούμ έρχονται πάλι ως θεία ευλογία στα χέρια των ζωγράφων τον καιρό της Αναγέννησης και αργότερα στον ιμπρεσιονισμό. Στην Αναγέννηση η τέχνη παύει να διαμορφώνεται από τη θρησκευτική ή πολιτική εξουσία, αλλά οι ίδιοι οι καλλιτέχνες εμπνέονται και δημιουργούν ελεύθερα τα έργα τους. Οι προσωπογραφίες του Φαγιούμ έχουν χαρακτηριστεί ως «ιμπρεσιονιστικές» και «παράξενα μοντέρνες». Κοινός στόχος των ζωγράφων του Φαγιούμ και των ιμπρεσιονιστών ήταν να συλλάβουν μια στιγμιαία εικόνα, να αποτυπώσουν την αμεσότητα αυτών που βλέπουν. Οι αρχαίοι αυτοί ζωγράφοι ήθελαν να αποδώσουν την πραγματικότητα σε μια φευγαλέα χρονική στιγμή, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες φωτισμού. Τόσο αυτοί όσο και οι ιμπρεσιονιστές βασίζονταν στην ακριβή παρατήρηση της πραγματικότητας και σε ένα ελεύθερο ύφος, κατάλληλο  για την γρήγορη εκτέλεση του έργου.
Ο μεγάλος Έλληνας ζωγράφος της νεότερης Ελλάδας Γιάννης Τσαρούχης ανέλαβε να μελετήσει τη ζωγραφική των Φαγιούμ, όπως και τη βυζαντινή. Αποτέλεσμα ήταν να επηρεαστεί άμεσα η τέχνη του, όπως και άλλων ζωγράφων της γενιάς του ’30. Ο Τσαρούχης διαπίστωσε πως τα μαθήματα που είχε πάρει από τον Κόντογλου γύρω από τη βυζαντινή τεχνική μπορούσαν να αποκρυπτογραφήσουν απόλυτα τα πορτρέτα του Φαγιούμ ως προς τον τρόπο που είχαν ζωγραφιστεί. Συμπέρανε πως η αρχαία ελληνική και ελληνιστική ζωγραφική από τον 5ο και 4ο αι. π.Χ. και των επόμενων αιώνων στηριζόταν πάνω σε μυστικά που είχαν επιβιώσει μέσα στη βυζαντινή ζωγραφική. Η μελέτη των ανθρωπίνων μορφών στη ζωγραφική που σώθηκε στις περιοχές της Καμπανίας (τις οποίες σκέπασε η λάβα του Βεζούβιου), καθώς και τα πορτρέτα του Φαγιούμ οδήγησαν τον Τσαρούχη στο συμπέρασμα πως η βυζαντινή ζωγραφική είναι ουσιαστικά η αρχαία ελληνική που προσαρμόστηκε στις επιταγές της θρησκείας.
Οι σχολές και οι τάσεις που δημιουργήθηκαν και αφορούν τις προσωπογραφίες Φαγιούμ στο πέρασμα των αιώνων είναι πολλές. Τα έργα κινήθηκαν από τον αρχαιοελληνικό νατουραλισμό μέχρι το ρυθμό των λαϊκών εικόνων της Ανατολής, της ίδιας εποχής, αυτή η δεύτερη περίπτωση συγκρίνεται σήμερα με τα έργα των λαϊκών ζωγράφων της νεότερης Ελλάδας, αλλά και με τις αιθιοπικές χριστιανικές εικόνες των περασμένων αιώνων. Παρακάτω θα εξετάσουμε μόνο δύο έργα Φαγιούμ, που αν και αντιπροσωπευτικά, δεν μπορούν να αποδώσουν την τεράστια μορφολογική κλίμακα του συνόλου των προσωπογραφιών.


Α. Πορτρέτο γυναίκας, γνωστό ως «Το κορίτσι με τα κοσμήματα» (P.98), τέλη περιόδου Τραϊανού, περίπου 110-117 μ.Χ. Ζωγραφισμένο με τη μέθοδο της εγκαυστικής σε ξύλο και διαστάσεις 43,7 εκ. ύψος, 24 εκ. πλάτος. Προερχόμενο από τη Χαουάρα. Σήμερα βρίσκεται στο Εδιμβούργο, στο Βασιλικό Μουσείο της Σκωτίας (1951.160). Βρέθηκε στις ανασκαφές του Petrie, το 1911. Η ονομασία του πορτρέτου οφείλεται στο Petrie.



Φορά κόκκινο-ρόδινο χιτώνα, ενώ τα μαύρα clavi του ιματίου καταλήγουν σε χρυσά σιρίτια, που είναι ζωγραφισμένα, όπως και τα χρυσά κοσμήματα. Τα άφθονα κοσμήματά της είναι  εντυπωσιακά. Στο λαιμό της κρέμονται πολλά περιδέραια και ένα μενταγιόν. Το πρώτο περιδέραιο αποτελείται από μαργαριτάρια και πολύτιμες πέτρες, ορισμένες είναι οβάλ και ένθετες σε χρυσό˙ στο δεύτερο, ορθογώνια σμαράγδια εναλλάσσονται με χρυσές χάντρες, ενώ το τρίτο αποτελείται αποκλειστικά από χρυσές χάντρες, με ένα μενταγιόν κρεμασμένο στη μέση. Στο στήθος κρέμεται διπλή αλυσίδα, μ’ ένα οβάλ σμαράγδι στη μέση. Τα μαλλιά της είναι περίτεχνα χτενισμένα, με πλεξούδες που σχηματίζουν ένα είδος στέματος στην κορυφή και με σειρές από ομοιόμορφες μπούκλες πάνω από το μέτωπο και τα αυτιά˙ τον κότσο συγκρατεί, στο πίσω μέρος του κεφαλιού, μία κορδέλα σε πορτοκαλοκόκκινο χρώμα και χρυσά πουά πάνω του, η οποία στερεώνεται από μία χρυσή καρφίτσα, με οποία αποτελείται από μαργαριτάρια και πολύτιμες πέτρες, μοιάζει να είναι σετ με το πρώτο περιδέραιο. Η κόμμωση συμπληρώνεται από μία χρυσή αλυσίδα με ένα μικρό χρυσό παντατίφ, σαν χρυσό δίσκο, που δίνει την εικόνα διαδήματος˙ μπαίνει στη βάση του κότσου με το παντατίφ πάνω από το κέντρο του προσώπου και στερεώνεται και αυτό πίσω από την κορδέλα. Τα κοσμήματά της συμπληρώνονται από τα χρυσά σκουλαρίκια που το καθένα αποτελείται από ένα μαργαριτάρι στο ύψος του αυτιού, το οποίο είναι συνδεμένο με ένα οριζόντιο χρυσό στέλεχος, από το οποίο κρέμονται τρία κάθετα ισοϋψή χρυσά στελέχη, στο καθένα καταλήγει να κρέμεται ένα μαργαριτάρι στο ελεύθερο άκρο του. Τα μάτια της όμορφα καστανά, σε αμυγδαλωτο σχήμα και καλλοσχηματισμένα φρύδια που τα ακολουθούν σχηματικά. Το χρώμα της επιδερμίδας είναι ανοιχτό με ρόδινα μάγουλα, μαρτυρούν πως πρόκειται για μία όμορφη γυναίκα στην ακμή της νιότης της. Η μύτη, όπως και το πηγούνι, είναι μικρή και καλοσχηματισμένη. Ο λαιμός σχετικά λεπτός σε μικρή αντίθεση με τους στρογγυλεμένους ώμους, πιθανόν από τα βαριά υφάσματα. Τα χείλη καρδιόσχημα και χαλαρά με τα άκρα τους να νεύουν προς τα πάνω δίνουν την αίσθηση ενός μελαγχολικού μειδιάματος. Τη μορφή συμπληρώνει το μελαγχολικό βλέμμα, τα μάτια αποφεύγουν να κοιτάξουν απευθείας προς το θεατή, όπως είναι και το πιο σύνηθες. Κοιτούν ελαφρά προς τα αριστερά και χαμηλά, χωρίς όμως να αδιαφορούν για το θεατή, αντίθετα προσπαθούν να προκαλέσουν το ενδιαφέρον του. Αυτή η στάση είναι που δίνει στη συγκεκριμένη γυναικεία μορφή σοβαρότητα και γοητεία.  Ο Γάλλος αρχαιολόγος Salomon Reinach έγραψε: «με τα υπέροχα κοσμήματά της, που την κάνουν να μοιάζει με βυζαντινή εικόνα, περνάει στην αιωνιότητα».
Το πορτρέτο είναι ζωγραφισμένο με ζεστό κερί, σε αδρό, «ιμπρεσιονιστικό» ύφος. Ακολουθεί τις κύριες αρχές του ρεύματος του ιμπρεσιονισμού που εμφανίζεται σχεδόν δύο χιλιετίες μετά, τον 19ο αι. μ.Χ. Συγκεκριμένα
  • Μικρές και συχνά εμφανείς πινελιές που δημιουργούν ένα χαρακτηριστικά παχύ στρώμα μπογιάς. Με αυτό τον τρόπο δεν μπορούν να αποτυπωθούν πολλές λεπτομέρειες του θέματος αλλά γενικά χαρακτηριστικά του.
  • Χρήση κυρίως των βασικών χρωμάτων, με μικρή ανάμειξη μεταξύ τους (η διαδικασία της ανάμειξης αυτής γίνεται από τον ίδιο τον θεατή του έργου).
  • Σπάνια χρήση του καθαρού μαύρου χρώματος, αλλά ένα μαύρο με αυγές και αναμειγμένο με διάφορες χρωματικές πινελιές.
  • Γρήγορη ζωγραφική, μόνο με τα απολύτως απαραίτητα στρώματα χρώματος.
  • Έμφαση στον τρόπο που το φως ανακλάται πάνω στο πρόσωπο και στο φόντο, αποτύπωση του θέματος με ένα είδος αυστηρού ενδιαφέροντος.
  • Ζωγραφική με κυρίως ανοιχτά, φωτεινά και έντονα χρώματα.


Β. Σάβανο με τρεις μορφές (P.324)˙ περίπου 125-150 μ.Χ. Ζωγραφισμένο με την τεχνική της τέμπερα πάνα σε λινό με διαστάσεις ύψος 185 εκ. και πλάτος 125 εκ. Βρίσκεται στη Μόσχα, στο Μουσείο Πούσκιν (I 1α 5749). Αγοράστηκε το 1888-89 στο Κάιρο από το V.S. Colenishchev˙ αποκτήθηκε από το μουσείο το 1911, με τη Συλλογή Colenishchev.



Η ιδιαίτερη αυτή περίπτωση του ρυθμού φαγιούμ ξεφεύγει από τα όρια των αυστηρών προσωπικών πορτρέτων. Όμοιά του έχουν βρεθεί στη Σακκάρα και έχουν κατασκευασθεί το 2ο αι. μ.Χ., με την τεχνική της τέμπερα πάνω σε λινό. Είναι πετάσματα που χρησιμοποιούνταν πιθανόν ως σάβανα ή νεκρικά πετάσματα, που κρέμονταν στα νεκρόδειπνα που δίνονταν προς τιμή των νεκρών. Αυτές οι απόκοσμες συνθέσεις, με τη μορφή του νεκρού σε φυσικό σχεδόν μέγεθος αποτυπώνουν με το πιο γλαφυρό τρόπο τη συνάντηση του Ελληνικού και του Αιγυπτιακού πολιτισμού. Ο νεκρός ντυμένος με λευκό χιτώνα και ιμάτιο, προστατεύεται από τον Άνουβι, το θεό με κεφάλι τσακαλιού. Αριστερά διακρίνεται ο Όσιρις, με μορφή μούμιας. Η πλάγια όψη του Άνουβι είναι καθαρά αιγυπτιακή, στη μετωπική απόδοση του Όσιρι είναι φανερές οι επιρροές από την Ανατολή, ενώ ο νεκρός αποδίδεται σύμφωνα με τα ελληνικά πρότυπα, με το βάρος να πέφτει στο ένα πόδι – εδώ υπάρχει έμμεση αναφορά στην κίνησή του προς το θάνατο.
Στο συγκεκριμένο πέτασμα ο νεκρός κρατάει στα χέρια του κύλινδρο με ειλητάριο. Το μέρος του ιματίου που πέφτει πάνω από τον αριστερό βραχίονα είναι διακοσμημένο με μορφότυπο από αλληλοδιαπλεκόμενα «Γ». Ο Άνουβις, που είναι επόπτης των ταριχεύσεων, έχει στο κεφάλι του τον ηλιακό δίσκο και  κρατάει στο αριστερό του χέρι κάτι που μοιάζει με κλειδί. Ο Όσιρις απεικονίζεται με μορφή μούμιας, με τυποποιημένο γένι, κρατώντας σκήπτρο και μαστίγιο στα χέρια του και φορώντας τα στέματα της Άνω και Κάτω Αιγύπτου. Τα χαρακτηριστικά του εικονιζόμενου, το πορτρέτο του οποίου είναι σαφώς πιο φθαρμένο από το υπόλοιπο σάβανο, είναι μεσογειακά. Οι σταυροχαρακιές, χαρακτηριστικό γνώρισμα της ζωγραφικής με τέμπερα, είναι εμφανείς πάνω από τις επιφάνειες πλακάτου χρώματος˙ τα μάτια, τα ρουθούνια, το στόμα και τα κατσαρά μαλλιά του νεκρού έχουν ζωγραφιστεί με λεπτό πινέλο. Οι τρεις μορφές στέκουν όρθιες μέσα σ’ένα πλοιάριο. Πίσω από το κεφάλι του νεκρού, η είσοδος σε ένα αιγυπτιακό ναό σχηματίζει κάτι σαν τετράγωνο φωτοστέφανο, πλαισιωμένο από ιερογλυφική επιγραφή με θέμα τη μετά θάνατον ζωή. Η σύνθεση περιλαμβάνει οριζόντιες ζώνες, όπου απεικονίζονται αιγυπτιακές θεότητες. Οι μικροσκοπικές ανθρώπινες μορφές στο φόντο που θυμίζουν μυρμήγκια είναι ίσως οι καταδικασμένοι, οι ψυχές των οποίων κρίθηκαν ανεπαρκείς, όταν ζυγίστηκαν από τους θεούς. Τόσο για το πορτρέτο όσο για το υπόλοιπο σάβανο, που θα μπορούσε να αποτελεί αντίγραφο άλλου παλαιότερου, έχει χρησιμοποιηθεί περιορισμένη παλέτα, από μαύρο, λευκό, κίτρινη ώχρα, κόκκινη γαία και ίσως αιγυπτιακό μπλε.
Πιθανότητα, τα τεράστια αυτά σάβανα (φτιαγμένα από το ίδιο υλικό που χρησιμοποιούταν και στα σάβανα) προορίζονταν να τα βλέπει κανείς ολόκληρα., ανοιγμένα, σε δωμάτια προσιτά σε όλους ή στη διάρκεια των νεκρόδειπνων. Τα κεφάλι του νεκρού έχει ζωγραφιστεί χωριστά˙ κι αυτό όχι – όπως έχει υποστηριχθεί – για να προστεθεί απλά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εικονιζόμενου σ’ ένα κατά τα άλλα μαζικά παραγόμενο πρότυπο, αλλά επειδή έχουν «μεταφερθεί» από άλλο παλιότερο φθαρμένο σάβανο. Η περίπτωση αυτή συναντάται και σε άλλα πετάσματα του είδους. O αρχαιολόγος Klaus Parlasca, ο οποίος δημοσίευσε την πλήρη κατάλογο των πορτρέτων Φαγιούμ το 1969, πιστεύει ότι τα πορτρέτα πιθανόν να ήταν παλαιότερα από τα σάβανα, στα οποία τα συναντάμε σήμερα –ίσως τα έκοβαν από προηγούμενο σάβανο και τα κολλούσαν στο νέο, ώστε να τους δοθεί «παράταση ζωής». Αν αυτό αληθεύει, ενισχύεται η άποψη ότι τα τεράστια αυτά σάβανα χρησιμοποιούνταν ως πετάσματα.